Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κορμός οι κορμοί
      γενική του κορμού των κορμών
    αιτιατική τον κορμό τους κορμούς
     κλητική κορμέ κορμοί
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κορμός < αρχαία ελληνική κορμός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)ker-[1] (κόβω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κορμός αρσενικό

  1. (βοτανική) το τμήμα του φυτού πάνω από τις ρίζες και μέχρι τα κλαριά του
  2. (ανατομία) το μεσαίο τμήμα του ανθρώπινου σώματος, πάνω από τα πόδια και μέχρι τον αυχένα, το ανθρώπινο σώμα μη περιλαμβανομένων των άκρων και της κεφαλής
  3. το βασικό τμήμα ενός σχεδίου, μίας λειτουργίας, μίας οντότητας, μιας εργασίας θεωρητικής
    ο κορμός της έκθεσης, του προγράμματος, της παρέλασης
  4. (γαστρονομία) γλυκό με σοκολάτα και μπισκότα που στο σχήμα μοιάζει με κορμό δέντρου
  5. μαθήματα κορμού ονομάστηκαν τα βασικά μαθήματα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, τα οποία και ήταν κοινά σε όλες τις κατευθύνσεις ως εξίσου σημαντικά για όλες τις επιστήμες

Παρεμφερείς όροιΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κορμός κορμώ κορμοί
Γενική κορμοῦ κορμοῖν κορμῶν
Δοτική κορμ κορμοῖν κορμοῖς
Αιτιατική κορμόν κορμώ κορμούς
Κλητική κορμέ κορμώ κορμοί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κορμός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)ker-[1] (κόβω) (συγγενικό με τη λέξη κείρω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κορμός αρσενικό

  1. (βοτανική) το μέρος ενός δέντρου από τις ρίζες μέχρι την κορυφή ή μέχρι εκεί που αρχίζει να διακλαδώνεται
  2. (συνεκδοχικά) το κομμένο τμήμα κορμού (1) δέντρου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. 1,0 1,1 Beekes, Robert (Μπέκες, Ρόμπερτ) (2010). Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill.