Ελληνικά (el)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κείρω < αρχαία ελληνική κείρω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)kér-ye- < *(s)ker- (κόβω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈci.ɾo/

  ΡήμαΕπεξεργασία

κείρω, παθητικό κείρομαι, παθητική μετοχή κεκαρμένος

  1. (αρχαιοπρεπές) κουρεύω
  2. (θρησκεία) περιβάλλω κάποιον ή κάποια με το μοναχικό σχήμα, τον κάνω μοναχό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κείρω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)qer- (κόβω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

κείρω, μέλλοντας κερῶ, αόριστος ἔκειρα, παρακείμενος κέκαρκα, παθητικό κείρομαι

  1. κόβω τα μαλλιά κοντά ή τα ξυρίζω
  2. κόβω δέντρα ή καρπούς
  3. καταστρέφω, κατασπαράζω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία