Δείτε επίσης: κούρα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κουρά οι κουρές
      γενική της κουράς των κουρών
    αιτιατική την κουρά τις κουρές
     κλητική κουρά κουρές
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

1,2. κουρά < αρχαία ελληνική κουρά < κείρω
3. κουρά < αρμενική քուրայ (kʿuray) (καμίνι)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κουρά θηλυκό

  1. (λόγιο) το κούρεμα (ιδίως των προβάτων)
  2. (θρησκεία) θρησκευτική τελετή στον Ορθόδοξο μοναχισμό, κατά την οποία κάποιος γίνεται, από δόκιμος, μοναχός
  3. (καππαδοκικά) ορυχείο σιδήρου
    Άλλες μορφές: κουράδι, κουρέ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία