Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κοπή κοπές
γενική κοπής κοπών
αιτιατική κοπή κοπές
κλητική κοπή κοπές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοπή < από την αρχαία ελληνική λέξη κοπή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κοπή θηλυκό

  1. η κατάτμηση σε κομμάτια, το κόψιμο
    Η κοπή της πίτας
  2. η δημιουργία νέων νομισμάτων
    Κυκλοφορούν λίρες παλαιάς και 'νέας κοπής'


ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • νέας κοπής: παλιότερα αναφερόταν στα νομίσματα, αλλά τώρα χρησιμοποιείται και για κάθε τι καινοφανές, για νέου ειδους συμπεριφορές (π.χ. μνημονιακοί σοσιαλιστές νέας κοπής με πισίνες και λογαριασμούς στη Ζυρίχη)

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική κοπή κοπά κοπαί
Γενική κοπῆς κοπαῖν κοπῶν
Δοτική κοπ κοπαῖν κοπαῖς
Αιτιατική κοπήν κοπά κοπάς
Κλητική κοπή κοπά κοπαί

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοπή < αρχαία ελληνική κόπτω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κοπή θηλυκό

  1. κόψιμο σε κομμάτια
  2. σφαγή
  3. κατασκευή και κοπή νομίσματος
  4. διαζύγιο