Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η συγκοπή οι συγκοπές
      γενική της συγκοπής των συγκοπών
    αιτιατική τη συγκοπή τις συγκοπές
     κλητική συγκοπή συγκοπές
όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συγκοπή < (λόγιο) ελληνιστική κοινή συγκοπή[1] < συγκόπτω. Μορφολογικά, (συν-) συγ- + κοπή < κόπτω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /siŋ.ɡɔˈpi/
συλλαβισμός: συ‐γκο‐πή
παλαιός συλλαβισμός: συγ‐κο‐πή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συγκοπή θηλυκό

  1. (ιατρική) η ξαφνική (αλλά συνήθως προσωρινή) απώλεια της συνείδησης λόγω εγκεφαλικής ισχαιμίας. Η λιποθυμία. Συχνά ο όρος συγκοπή αναφέρεται στη συγκοπή καρδιάς που σημαίνει απώλεια συνείδησης που οφείλεται σε καρδιολογικά αίτια (δηλαδή σε μειωμένη ικανότητα της καρδιάς να τροφοδοτήσει τον εγκεφάλο με αίμα).
    η γυναίκα μου έπαθε συγκοπή
     συνώνυμα: λιποθυμία / λιποθυμιά / λιγοθυμιά
  2. (γλωσσολογία) η περικοπή, η παράλειψη ενός ή περισσοτέρων γραμμάτων, ήχων ή τμημάτων από τη μέση μίας λέξης ή λεκτικής ενότητας (φράσης). Στην ελληνική γλώσσα η συγκοπή αφορά συνήθως την απώλεια ενός φωνήεντος ανάμεσα σε δύο σύμφωνα.
    κορυφή - κορφή, κόψετε - κόψτε, σιτάρι - στάρι, φέρετε - φέρτε.
    δείτε και τις λέξεις περικοπή, άφεση και αποκοπή
  3. (ποίηση) η αφαίρεση συλλαβής για να διατηρηθεί το μέτρο του στίχου
  4. (μουσική) Απόκλιση από τον ρυθμικό τονισμό. Τονισμός του ασθενούς μέρους ενός μέτρου αντί του ισχυρού.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

συγκοπή < (συν-) συγ- + κοπή

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

συγκοπή θηλυκό

  1. ο κατακερματισμός σε μικρά κομμάτια
  2. (γραμματική) συγκοπή
  3. (ιατρική) συγκοπή