Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η άφεση οι αφέσεις
      γενική της άφεσης
& αφέσεως
των αφέσεων
    αιτιατική την άφεση τις αφέσεις
     κλητική άφεση αφέσεις
όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άφεση < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική ἄφεσις (απαλλαγή), ελληνιστική σημασία: συγχώρεση < ἀφίημι

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

άφεση θηλυκό

  1. απαλλαγή
    άφεση χρέους
  1. άφεση αμαρτιών

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία