↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο αρχικός η αρχική το αρχικό
      γενική του αρχικού της αρχικής του αρχικού
    αιτιατική τον αρχικό την αρχική το αρχικό
     κλητική αρχικέ αρχική αρχικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι αρχικοί οι αρχικές τα αρχικά
      γενική των αρχικών των αρχικών των αρχικών
    αιτιατική τους αρχικούς τις αρχικές τα αρχικά
     κλητική αρχικοί αρχικές αρχικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία

επεξεργασία
αρχικός < άρχω

  Επίθετο

επεξεργασία

αρχικός -ή, -ό{ν)

εκείνος που έχει την ικανότητα να άρχει, αλλά και εκείνος που θέλει να εξουσιάζει, φίλαρχος, δεσποτικός και συνεκδοχ. «πρώτος», αρχικοί χρόνοι ρημάτων.

  Μεταφράσεις

επεξεργασία