Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βασιλεύω είμαι βασιλιάς < αρχαία ελληνική βασιλεύω
δύω < μεσαιωνική ελληνική.[1] Δείτε και βασιλεύς, βασιλιάς

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /va.si.leˈvo/

  ΡήμαΕπεξεργασία

βασιλεύω, πρτ.: βασίλευα, στ.μέλλ.: θα βασιλέψω, αόρ.: βασίλεψα/εβασίλευσα, μτχ.π.π.: βασιλεμένος, μτχ παθ. ενˈ' βασιλευόμενος

  1. είμαι ο βασιλιάς μιας χώρας και την κυβερνώ
  2. (για τον ήλιο) δύω
  3. (μεταφορικά) για κάποιον που νυστάζει
    βασίλεψαν τα ματάκια του
  4. (μεταφορικά) παρακμάζω

ΤαυτόσημοΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • ζω και βασιλεύω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία