Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κυβερνώ < αρχαία ελληνική κυβερνάω / κυβερνῶ < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kʷerb- (στρέφω) ή προελληνική ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική gouverner < λατινικά guberno < αρχαία ελληνική κυβερνῶ)

  ΡήμαΕπεξεργασία

κυβερνώ (παθητική φωνή: κυβερνιέμαι & κυβερνώμαι)

  1. έχω την εκτελεστική εξουσία σε μια κρατική οντότητα, τη διοικώ
  2. είμαι υπεύθυνος κι έχω τον έλεγχο ενός πλεούμενου
  3. (μεταφορικά) κατευθύνω, εξουσιάζω

Εναλλακτικές μορφέςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία