Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

υποτάσσω < ελληνιστική κοινή ὑποτάσσω < ὑπό + αρχαία ελληνική τάσσω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική subordonner)

  ΡήμαΕπεξεργασία

υποτάσσω

  1. εξαναγκάζω κάποιον να εξαρτιέται από τις διαταγές μου
  2. αφαιρώ την ελευθερία ενός λαού ή κράτους
     συνώνυμα: υποδουλώνω
  3. εξουσιάζω, ελέγχω
    Υπέταξε τα πάθη της και τα όνειρά της και τα έθαψε βαθιά μέσα της. (Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη)
  4. θεωρώ κάτι δευτερεύον

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία