Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αφαιρώ < αρχαία ελληνική ἀφαιρέω - ἀφαιρῶ < ἀπό + αἱρέω-ῶ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /a.fɛ.ˈɾɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

αφαιρώ

  1. παίρνω ένα κομμάτι ή ένα μέρος από ένα σύνολο ή μια ομάδα
  2. στερώ από κάποιον κάτι που του ανήκε
    του αφαίρεσαν τα πολιτικά δικαιώματα
  3. μειώνω κάτι ποιοτικά ή ποσοτικά
     συνώνυμα: ελαττώνω
    η εξεταστική επιτροπή μπορεί να αφαιρέσει μέρος της ύλης
  4. κάνω την πράξη της αφαίρεσης, βρίσκοντας τη διαφορά μεταξύ δύο αριθμών
  5. αποσπώ κάτι με αθέμιτα μέσα
     συνώνυμα: κλέβω, υπεξαιρώ
    οι ληστές αφαίρεσαν από το χρηματοκιβώτιο μεγάλο χρηματικό ποσό

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία