Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ελαττώνω < αρχαίο ἐλαττόω-ἐλαττῶ < ἐλάττων

  ΡήμαΕπεξεργασία

ελαττώνω

  1. κάνω κάτι μικρότερο ή λιγότερο
    Μπορώ να ελαττώσω το κάπνισμα, αλλά δεν μπορώ να το σταματήσω τελείως.
    Πρέπει να ελαττώσουμε τις δαπάνες μας και να αυξήσουμε τα έσοδα.

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία