Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αυξάνω < αρχαία ελληνική αὐξάνω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /af.ˈksa.nɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

αυξάνω

  1. μεγαλώνω την ποσότητα
    τα κέρδη αυξάνονται όταν μειώνεται το κόστος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία