Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αυξάνομαι < παθητική φωνή του ρήματος αυξάνω

  ΡήμαΕπεξεργασία

αυξάνομαι

  1. γίνομαι μεγαλύτερος σε μέγεθος, ποσότητα, όγκο κλπ

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία