Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μεγαλώνω < μεγάλος + -ώνω

παθ. φωνή<μεγαλώνομαι, μετοχή παθ. παρακειμένου<μεγαλωμένος

  ΡήμαΕπεξεργασία

μεγαλώνω

  1. (αμετάβατο) γίνομαι μεγαλύτερος ως προς το μέγεθος
    η Μαρία μπήκε στον πέμπτο μήνα της εγκυμοσύνης και μεγάλωσε αρκετά η κοιλιά της
  2. (μεταβατικό) κάνω κάτι μεγαλύτερο ως προς το μέγεθος
  3. (αμετάβατο) γίνομαι μεγαλύτερος ως προς την ηλικία, κατά περίπτωση ωριμάζω ή ανδρώνομαι ή ενηλικιώνομαι ή γερνώ
    νοστάλγησε τη γειτονιά όπου μεγάλωσε
  4. (μεταβατικό) ανατρέφω ένα παιδί
    έχει τρία παιδιά να μεγαλώσει
  5. (μεταβατικό) κάνω κάποιον να δείχνει μεγαλύτερος σε ηλικία από όσο πραγματικά είναι
    αυτά τα ρούχα σε μεγαλώνουν

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία