Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /el.ve/
élever 

  ΡήμαΕπεξεργασία

élever (fr)

  1. ανυψώνω
  2. μεγαλώνω (ένα παιδί, ανατρέφω)
  3. υψώνω

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία