Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɹeɪz/
ομόηχα:δείτε τις λέξεις rase, raze και rays

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας raise
γ΄ ενικό ενεστώτα raiss
αόριστος raised
παθητική μετοχή raised
ενεργητική μετοχή raising

raise (en)

  1. σηκώνω, υψώνω
  2. μαζεύω, συγκεντρώνω
  3. εκτρέφω
  4. ανατρέφω
  5. (μαθηματικά) υψώνω έναν αριθμό σε μία δύναμη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
raise raises

raise (en)