Αγγλικά (en)Επεξεργασία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɹeɪz/
ομόηχα:  rase, raze και rays

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

      ενικός         πληθυντικός  
raise raises

raise (en)

  ΡήμαΕπεξεργασία

ενεστώτας raise
γ΄ ενικό ενεστώτα raises
αόριστος raised
παθητική μετοχή raised
ενεργητική μετοχή raising

raise (en)

  1. σηκώνω, υψώνω, ανεβάζω
    The teacher asked the students to raise their hand and not shout out the answer.
    Ο δάσκαλος ζήτησε, από τους μαθητές, να σηκώνουν το χέρι τους και όχι να «πετάγονται» (να φωνάζουν την απάντηση).
  2. μαζεύω, συγκεντρώνω
    My aunt is raising money to help poor people.
    Η θεία μου, συγκεντρώνει χρήματα για να βοηθήσει φτωχούς ανθρώπους.
  3. εκτρέφω
    He raises chickens on his farm.
    Εκτρέφει κοτόπουλα στη φάρμα του.
  4. ανατρέφω, μεγαλώνω
    I was raised by my grandparents in the countryside until I was 18.
    Με μεγάλωσαν οι παππούδες μου στην ύπαιθρο έως ότου ήμουν 18 (χρονών).
  5. (μαθηματικά) υψώνω έναν αριθμό σε μία δύναμη