Arrows blue.png Δείτε επίσης: raise

Αγγλικά (en) Επεξεργασία

ενεστώτας raze
γ΄ ενικό ενεστώτα razes
αόριστος razed
παθητική μετοχή razed
ενεργητική μετοχή razing

  Ετυμολογία Επεξεργασία

raze < μέση αγγλική rasen < παλαιά γαλλική raser < λατινική rasum < rado

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɹeɪz/
ομόηχα:δείτε τις λέξεις: raise, rase και rays

  ΡήμαΕπεξεργασία

raze (en)

  1. ισοπεδώνω πόλη, οικισμό, κτίρια, δένδρα
  2. ξυρίζω, αποξέω



Φριουλανικά (fur)Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

raze