Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πάπια πάπιες
γενική πάπιας
αιτιατική πάπια πάπιες
κλητική πάπια πάπιες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πάπια < ονοματοποιημένη λέξη από τη φωνή που κάνει: πα πα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
μια πάπια

πάπια θηλυκό

  1. (ορνιθολογία) νηκτικό πτηνό που μοιάζει με τη χήνα, αλλά μικρότερο σε μέγεθος
    συνώνυμα: καναβή, νήσσα, πάπος, πρασίνι
  2. δοχείο που χρησιμοποιείται κυρίως στα νοσοκομεία για την ούρηση των κατάκοιτων ασθενών
    συνώνυμα: ουροδοχείο
  3. μικρή μοτοσικλέτα, παπί, παπάκι


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

συνώνυμα: κάνω το κορόιδο

ΓλωσσοδέτηςΕπεξεργασία

  • μια πάπια, μα ποια πάπια; μια πάπια με παπιά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία