Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γλωσσοδέτης γλωσσοδέτες
γενική γλωσσοδέτη γλωσσοδετών
αιτιατική γλωσσοδέτη γλωσσοδέτες
κλητική γλωσσοδέτη γλωσσοδέτες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γλωσσοδέτης < γλωσσο- (< γλώσσα) + -δέτης (< δένω)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɣlɔ.sɔ.ˈðɛ.tis/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γλωσσοδέτης αρσενικό

  1. σύνθετη λέξη ή σειρά λέξεων που είναι δύσκολο να προφερθεί με μεγάλη ταχύτητα, λόγω των παρηχήσεων ή των ελαφρών παραλλαγών στα φωνήεντα ή τα σύμφωνα που περιλαμβάνει. Χρησιμοποιείται, συνήθως, ως παιχνίδι. Π.χ. Μια πάπια, μα ποια πάπια; Μια πάπια με παπιά
  2. (μεταφορικά) οποιαδήποτε λέξη ή φράση που είναι δύσκολο να προφερθεί

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • με πιάνει γλωσσοδέτης : σιωπώ λόγω αμηχανίας ή άγνοιας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία