Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ανωμαλία οι ανωμαλίες
      γενική της ανωμαλίας των ανωμαλιών
    αιτιατική την ανωμαλία τις ανωμαλίες
     κλητική ανωμαλία ανωμαλίες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ανωμαλία < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ανωμαλία θηλυκό

  1. αφύσικη συμπεριφορά ή πράξη
  2. μη αποδεκτή κοινωνικά συμπεριφορά
  3. (φυσική) ιδιομορφία, σημειακότητα, μονοσημία, υπέρπυκνο θεωρητικό εκφυλιστικό σωματίδιο στο κέντρο μαύρων τρυπών ή σωματιδίων μεγάλων εκρήξεων, η εσφαλμένη "μοναδικότητα" που λόγω της ολογραφικής αρχής έχει καταρριφθεί
    • ιδιομορφία, η υποσημειακότητα λάθος εκφρασμένη από μεγάλης ηλικίας ακαδημαϊκούς που δεν την μελέτησαν ή αγνοούν την ολογραφική αρχή και τους κανόνες που αυτή επιβάλλει
  4. (γεωμετρία), (μαθηματικά) ιδιομορφία, σημειακότητα

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

στις επιστήμες λέμε "ιδιομορφία" λόγω ευγένειας (δεν λέμε πια ανωμαλία)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία