Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πράξη πράξεις
γενική πράξης
& πράξεως
πράξεων
αιτιατική πράξη πράξεις
κλητική πράξη πράξεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πράξη < από την αρχαία ελληνική πρᾶξις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πράξη θηλυκό

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πράττω
    γενναία πράξη
  2. η εφαρμογή, η εκτέλεση μιας ιδέας ή ενός σχεδίου
    Είναι φορές που ανάμεσα θεωρία και πράξη δυσκολευόμαστε. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)
  3. η εμπορική ή χρηματιστηριακή συναλλαγή
  4. η διοικητική ενέργεια ή απόφαση
  5. η εγγραφή και καταχώριση γεγονότος σε ειδικό βιβλίο
    λογιστική πράξη, ληξιαρχική πράξη γέννησης
  6. καθένα από τα μέρη που αποτελούν ένα θεατρικό έργο ή όπερα
    η τελευταία πράξη του δράματος
  7. (μαθηματικά) διαδικασία που παράγει μια νέα τιμή από μία ή περισσότερες τιμές εισόδου
    Δείτε επίσης: τελεστής, τάξη πράξης στο Βικιλεξικό και Πράξη (μαθηματικά) στην Βικιπαίδεια
    1. (αριθμητική) ένας από τους τέσσερις βασικούς τρόπους με τους οποίους από δοθέντες αριθμούς παράγεται κάποιος άλλος (πρόσθεση, αφαίρεση, πολλαπλασιασμός και διαίρεση)
      αριθμητικές πράξεις
    2. (λογική) η διαδικασία που λαμβάνει σαν είσοδο μία ή περισσότερες λογικές προτάσεις και με την χρήση λογικού συνδετικού δίδει αποτέλεσμα του οποίου η τιμή είναι πάντα 'Αληθής' ή 'Ψευδής', δηλαδή αληθοτιμή
      Υπώνυμα: άρνηση, διάζευξη (, ), σύζευξη (), συνεπαγωγή, ισοδυναμία
    3. (θεωρία συνόλων), (σχεσιακή άλγεβρα) οι πράξεις μεταξύ συνόλων ή σχέσεων[1]
      Υπώνυμα: ένωση (σύμβολο: ), τομή (σύμβολο: )

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Μ.Χατζόπουλος, 2009, Το Σχεσιακό Μοντέλο - Σχεσιακή Άλγεβρα, Σχεσιακός Λογισμός, σελ. 32. Προσπέλαση 2020-02-06