Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η πράξη οι πράξεις
      γενική της πράξης
& πράξεως
των πράξεων
    αιτιατική την πράξη τις πράξεις
     κλητική πράξη πράξεις
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πράξη < αρχαία ελληνική πρᾶξις
(εμπορική συναλλαγή) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική transaction
(διοικητική ενέργεια και εγγραφή) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική acte
(μαθηματικός όρος) < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική opération[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpɾa.ksi/
συλλαβισμός: πρά‐ξη

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πράξη θηλυκό

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του πράττω
    γενναία πράξη
  2. η εφαρμογή, η εκτέλεση μιας ιδέας ή ενός σχεδίου
    Είναι φορές που ανάμεσα θεωρία και πράξη δυσκολευόμαστε. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)
  3. η εμπορική ή χρηματιστηριακή συναλλαγή
  4. η διοικητική ενέργεια ή απόφαση
  5. η εγγραφή και καταχώριση γεγονότος σε ειδικό βιβλίο
    λογιστική πράξη, ληξιαρχική πράξη γέννησης
  6. καθένα από τα μέρη που αποτελούν ένα θεατρικό έργο ή όπερα
    η τελευταία πράξη του δράματος
  7. (μαθηματικά) διαδικασία που παράγει μια νέα τιμή από μία ή περισσότερες τιμές εισόδου
    Δείτε επίσης: τελεστής, τάξη πράξης στο Βικιλεξικό και Πράξη (μαθηματικά) στην Βικιπαίδεια
    1. (αριθμητική) ένας από τους τέσσερις βασικούς τρόπους με τους οποίους από δοθέντες αριθμούς παράγεται κάποιος άλλος (πρόσθεση, αφαίρεση, πολλαπλασιασμός και διαίρεση)
      αριθμητικές πράξεις
    2. (λογική) η διαδικασία που λαμβάνει σαν είσοδο μία ή περισσότερες λογικές προτάσεις και με την χρήση λογικού συνδετικού δίδει αποτέλεσμα του οποίου η τιμή είναι πάντα 'Αληθής' ή 'Ψευδής', δηλαδή αληθοτιμή
      Υπώνυμα: άρνηση, διάζευξη (, ), σύζευξη (), συνεπαγωγή, ισοδυναμία
    3. (θεωρία συνόλων), (σχεσιακή άλγεβρα) οι πράξεις μεταξύ συνόλων ή σχέσεων[2]
      υπώνυμα: ένωση (σύμβολο: ), τομή (σύμβολο: )

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία