Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πράττω < αρχαία ελληνική πράττω

  ΡήμαΕπεξεργασία

πράττω, πρτ.: έπραττα, στ.μέλλ.: θα πράξω, αόρ.: έπραξα

  1. κάνω, εκτελώ, ενεργώ

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πράττω < πραγjω (ρίζα πραγ- με πρόσφυμα j + ω)

  ΡήμαΕπεξεργασία

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας πράττω πράττομαι
Παρατατικός ἔπραττον επραττόμην
Μέλλοντας πράξω πράξομαι/πραχθήσομαι
Αόριστος ἔπραξα επραξάμην/επράχθην
Παρακείμενος πέπραχα πέπραγμαι
Υπερσυντέλικος ἐπεπράχειν, ἐπεπράγειν επεπράγμην
Συντελ.Μέλλ.

πράττω' και πράσσω (ιωνικός τύπος : πρήσσω)

  1. κάνω, εκτελώ, ενεργώ, καταγίνομαι με κάτι, ανάλογα με τις πτώσεις που συντασσόταν και την πρόθεση στις σύνθετες μορφές του
    πράττω τινι σήμαινε ότι κάνω σε κάποιον μια χάρη
    πράττω τινά χρήματα, σήμαινε απαιτώ από κάποιον λεφτά
    εὖ πράττω σήμαινε περνάω καλά, ευτυχώ με όσα πέτυχα
    κακώς πράττω σήμαινε δυστυχώ αλλά όχι από κακή τύχη, μα από λάθη μου

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία