Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

διαπράττω < αρχαία ελληνική διαπράττω < δια + πράττω

  ΡήμαΕπεξεργασία

διαπράττω

  • κάνω κάτι αρνητικό (λάθος, αδίκημα, έγκλημα κλπ)
  • στα αρχαία ελληνικά το διαπράττω είχε και το νόημα του πετυχαίνω κάτι, με τη θετική έννοια, φέρνω σε πέρας, ολοκληρώνω από την αρχή ως το τέλος.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία