Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική πράγμα πράγματα
γενική πράγματος πραγμάτων
αιτιατική πράγμα πράγματα
κλητική πράγμα πράγματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πράγμα < αρχαία ελληνική πρᾶγμα

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈpɾaɣ.ma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πράγμα και πράμα ουδέτερο

  1. κάθε αντικείμενο, κάθε τι που μπορούμε να το αντιληφθούμε με τις αισθήσεις μας
  2. κάθε υλικό αντικείμενο σε αντιδιαστολή με τα ζώα
  3. ζήτημα, υπόθεση

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • είμαι στα πράγματα: κατέχω πολιτική θέση ή πρόσκειμαι σε αυτούς που έχουν την εξουσία
  • καλώς εχόντων των πραγμάτων
  • κάθε πράγμα στον καιρό του (κι ο κολιός τον Αύγουστο)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία