Δείτε επίσης: πράγμα

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

πρᾶγμα < (πράττω), θέμα *πρακ- + -μα με ηχηροποίηση πριν τον φθόγγο [m][1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

πρᾶγμα ουδέτερο

  • κάτι που έχει παραχθεί, έχει γίνει, έχει δημιουργηθεί

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • ...

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «πράγμα» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

  ΠηγέςΕπεξεργασία