Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική θέμα θέματα
γενική θέματος θεμάτων
αιτιατική θέμα θέματα
κλητική θέμα θέματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θέμα < τίθημι

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈθɛ.ma/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θέμα ουδέτερο

  1. το αντικείμενο συζήτησης
    το θέμα σήμερα είναι η μετάφραση
  2. το αντικείμενο διαφωνίας ή αντιπαράθεσης
    το θέμα μας είναι αν θα πάμε βόλτα ή αν θα μείνομε σπίτι
  3. ο τίτλος μιας επιστημονικής εργασίας, ο οποίος σχετίζεται με το αντικείμενο πραγμάτευσης
    έχεις βρει θέμα για τη διατριβή σου;
  4. το αντικείμενο της δικαστικής έρευνας και της νομικής απόδειξης
    ο εισαγγελέας τόνισε ότι το θέμα είναι εξαιρετικά λεπτό
  5. ένα ζήτημα που δίνεται σε εξετάσεις
    το δεύτερο θέμα απαιτούσε καλή γνώση γραμματικής
  6. το αδίδακτο, το απόσπασμα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας που δίνεται στους μαθητές για να το μεταφράσουν
  7. η ιστορία ενός λογοτεχνικού κειμένου, ενός κινηματογραφικού ή θεατρικού έργου
    ποιο είναι το θέμα το βιβλίου;
  8. μια μουσική ενότητα που επαναλαμβάνεται με διάφορες παραλλαγές ή συμπληρώνεται με άλλες ενότητες
  9. αυτό που αναπαριστά ο καλλιτέχνης σε ένα έργο του
    το θέμα του πίνακα
  10. (γλωσσολογία) το μέρος της λέξης το οποίο παράγεται από τη ρίζα, παραμένει αφαιρώντας την κατάληξη και δεν μεταβάλλεται κατά την κλίση
    από τη ρίζα γραφ- βγαίνουν τα θέματα γραφ-, γραμ-, γραμματ-
  11. (ιστορία) διοικητική περιφέρεια του Βυζαντίου κατά τον 7ο και 8ο αιώνα
  12. (ευφημισμός) ψυχολογικό πρόβλημα, εμμονή, φοβία κλπ
    έχει ένα θέμα με την καθαριότητα

  ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • δεν είναι δικό σου θέμα : δε σε αφορά, δεν είναι δική σου υπόθεση
  • (δεν) υπάρχει / τίθεται θέμα : (δεν) προκύπτει κάτι ως ζήτημα ή πρόβλημα
  • δημιουργώ θέμα : προκαλώ πρόβλημα
  • εκτός θέματος : έξω από τα πλαίσια του ζητήματος
  • επί του θέματος : αναφορικά με το αντικείμενο συζήτησης
  • κάνω (κάτι) θέμα : δίνω μεγάλες διαστάσεις σε κάτι
  • πιάνω ένα θέμα : ασχολούμαι με κάτι
  • το θέμα της ημέρας : το γεγονός ή το περιστατικό που μονοπωλεί το ενδιαφέρον εξαιτίας της σημασίας ή της σοβαρότητάς του

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία