Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική επίθεμα επιθέματα
γενική επιθέματος επιθεμάτων
αιτιατική επίθεμα επιθέματα
κλητική επίθεμα επιθέματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

επίθεμα < ελληνιστική κοινή ἐπίθεμα < αρχαία ελληνική ἐπιτίθημι (τοποθετώ επάνω)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

επίθεμα ουδέτερο

  1. κάτι που το ακουμπάμε πάνω στο σώμα για θεραπευτικούς σκοπούς, συνήθως ένα πανί ή μια γάζα που έχουν εμποτιστεί σε κάποιο υγρό
    Η συμπτωματική αντιμετώπιση του πυρετού περιλαμβάνει τα χλιαρά μπάνια, τα ψυχρά επιθέματα, τη λήψη αντιπυρετικών, την άφθονη λήψη υγρών, την αποφυγή καπνίσματος και υπερκόπωσης, την ελαφρά διατροφή. (Αναστασία Μοσχοβάκη, "Αλήθειες και μύθοι για τον πυρετό", εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 8 Ιανουαρίου 2008)

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία