Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κατάληξη οι καταλήξεις
      γενική της κατάληξης
& καταλήξεως
των καταλήξεων
    αιτιατική την κατάληξη τις καταλήξεις
     κλητική κατάληξη καταλήξεις
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατάληξη < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κατάληξη θηλυκό

  1. τέλος σε κάτι
  2. γραμματικό τελομόρφημα, τελείωμα λέξης (κλιτό ή μη)
  3. (ευφημισμός) θάνατος
  4. ...

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία