Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καταλήγω < αρχαία ελληνική , συγχρονικά αναλύεται σε κατα- + λήγω

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ka.ta.ˈli.ɣɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

καταλήγω

  1. φτάνω στο τέρμα, τελειώνω σε ένα σημείο
  2. φτάνω σε κάποιο μέρος
    ※  Ξεκινήσαμε για τα Μεσόγεια με σκοπό να καταλήξουμε στο Σούνιο. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)
  3. (μεταφορικά) έχω μια συγκεκριμένη έκβαση, με θετικό ή αρνητικό αποτέλεσμα
  4. (μεταφορικά) αποβαίνω, καταντώ, φτάνω σε μια κατάσταση μειωτική
  5. γίνομαι κάτι διαφορετικό από ό,τι ήμουν προηγουμένως
  6. (γλωσσολογία) τελειώνω σε
  7. πεθαίνω
    • ο τραυματίας κατέληξε πριν φτάσει στο νοσοκομείο
  8. καταλήγω στο (συμπέρασμα) ότι (ισχύει το τάδε): συμπεραίνω

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία