Άνοιγμα κυρίου μενού

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατά < αρχαία ελληνική κατά

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

κατά

  1. (+ γενική) εναντίον
    κατά παντός υπευθύνου
    κατά του κράτους
  2. (+ αιτιατική)
    1. δηλώνει το πρόσωπο που κρίνει· σύμφωνα με κάποιον
      κατά την άποψή μου
      κατά τους στωικούς
    2. με χρονική σημασία· γύρω, περίπου
      θα έρθω κατά τις 6 το απόγευμα
      θα βρεθούμε κατά το μεσημεράκι
      • (ειδικότερα) σε κάποια χρονική στιγμή που διαρκούσε κάτι
        κατά την ομιλία του Πρωθυπουργού
      • (ειδικότερα), συνήθως ως κατά τη διάρκεια
        κατά τη διάρκεια του ταξιδιού

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατά < → λείπει η ετυμολογία

  ΠρόθεσηΕπεξεργασία

κατά

  1. με γενική
    1. προς, δηλώνοντας κίνηση προς τα κάτω ή, γενικότερα, από πάνω
    2. εναντίον