Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γύρω < γύρος

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

γύρω

  1. (τοπικά) σε κυκλική τροχιά.
    η γη γυρίζει γύρω από τον Ηλιο.
  2. (τοπικά) κοντά.
    Ο Θοδωρής πρέπει να βρίσκεται κάπου εδώ γύρω.
  3. (ποσοτικά) περίπου.
    Ο Λουκάς ζυγίζει γύρω στα 70 κιλά.

ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία