Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώσεις      ενικός      πληθυντικός
ονομαστική ο γύρος οι γύροι
γενική του γύρου των γύρων
αιτιατική τον γύρο τους γύρους
κλητική γύρε γύροι
Παράρτημα
 
o «γύρος του θανάτου» σε πανηγύρι στη Σκωτία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

γύρος < ελληνιστική κοινή γῦρος < αρχαία ελληνική γυρός (στρογγυλός) που σχετίζεται ίσως με εικαζόμενη ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *geu- η οποία πιθανολογείται ότι σήμαινε κάμπτω, κυρτώνω
(σημασία για σουβλάκι) (μεταφραστικό δάνειο) τουρκική döner < dönmek (γυρίζω) από την περιστροφική κίνηση της σούβλας

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈʝi.rɔs/
ήχος 

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

γύρος αρσενικό

  1. η περιφέρεια αντικειμένου περίπου κυκλικού
    1. το μπορ του καπέλου
  2. η κίνηση σε διαδρομή που καταλήγει στο σημείο εκκίνησης
    ο γύρος του κόσμου σε ογδόντα ημέρες
    ο γύρος του νησιού γίνεται και με καραβάκι
    κάναμε το γύρο της λαϊκής αλλά δεν βρήκαμε φρέσκα κρεμμυδάκια πουθενά
  3. (αθλητισμός) προκαθορισμένη επαναλαμβανόμενη διάρκεια
    στον τρίτο γύρο όμως κέρδισα εγώ
  4. ολοκληρωμένη φάση μιας διαδικασίας
    δεν θα υπάρξει επόμενος γύρος συνομιλιών
    στον επόμενο γύρο θα περάσουν οχτώ αθλητές
    στον πρώτο γύρο συμμετέχουν όλες οι ομάδες της πρώτης εθνικής
  5. είδος εδέσματος που ψήνεται σε όρθιο περιστρεφόμενο μέσο
    βάλε μου ένα με γύρο από κοτόπουλο και δύο με καλαμάκι χοιρινό
    1. σουβλάκι που περιέχει γύρο
  6. παιχνίδι σε παιδική χαρά που περιλαμβάνει μια κυκλική πλατφόρμα

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • γύρος του θανάτου: η εκτέλεση ακροβατικών νούμερων από μοτοσικλετιστή που κινείται πάνω στον εσωτερικό τοίχο ενός τεράστιου κυλίνδρου· κατ' επέκταση, κάθε δύσκολη και επικίνδυνη πράξη

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία