Ελληνικά (el) Edit

  Ετυμολογία Edit

γύρη < μεταγενέστερη ελληνική γῦρις

  ΟυσιαστικόEdit

γύρη θηλυκό

  1. κόκκοι των λουλουδιών, κυρίως κίτρινου χρώματος, που χρησιμεύουν στη γονιμοποίηση

Δείτε επίσηςEdit

  ΜεταφράσειςEdit