Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λουλούδι λουλούδια
γενική λουλουδιού λουλουδιών
αιτιατική λουλούδι λουλούδια
κλητική λουλούδι λουλούδια
 
διάφορα λουλούδια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λουλούδι < μεσαιωνική ελληνική λουλούδι < αλβανική lule + -ούδι < παλαιοαλβανικά *lulā < κοπτική ϩⲗⲏⲣⲓ (hlēri) < ϩⲣⲏⲣⲉ (hrēre) < δημώδης αιγυπτιακή γραφή (ḥrrj) < αρχαία αιγυπτιακή
 
 
 
 
 
(ḥrrt)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /lu.ˈlu.ði/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λουλούδι ουδέτερο

  1. (βοτανική) το μέρος του φυτού που περιλαμβάνει τα όργανα αναπαραγωγής του, τα πέταλα και σέπαλα και στο οποίο αναπτύσσεται ο καρπός μετά τη γονιμοποίηση, το άνθος
    η τριανταφυλλιά έβγαλε τα πρώτα της λουλούδια
  2. (βοτανική) ανθοφόρο φυτό
    φυτεύω λουλούδια
  3. (μεταφορικά) για άνθρωπο:
    1. αθώος, απονήρευτος
    2. (ειρωνικά) πονηρός, ανήθικος

  Εναλλακτικές μορφές Επεξεργασία

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΣύνθεταΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία