Ελληνικά (el) Επεξεργασία


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το σέπαλο τα σέπαλα
      γενική του σέπαλου των σέπαλων
    αιτιατική το σέπαλο τα σέπαλα
     κλητική σέπαλο σέπαλα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

σέπαλο < → λείπει η ετυμολογία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈsɛ.pa.lɔ/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

σέπαλο ουδέτερο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία