Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάλυκας < → λείπει η ετυμολογία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ˈka.li.kas/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάλυκας αρσενικό

  1. το μέρος του άνθους που αποτελείται από τα σέπαλα και προστατεύει το άνθος
  2. το τμήμα ενός βλήματος ή φυσιγγίου που περιέχει την πυρίτιδα και συγκρατεί τα σκάγια ή τη σφαίρα πριν την εκπυρσοκρότηση
  3. βάση λαμπτήρα[1] (υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τύποι βάσης[2])


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία