Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το καλυκοποιείο τα καλυκοποιεία
      γενική του καλυκοποιείου των καλυκοποιείων
    αιτιατική το καλυκοποιείο τα καλυκοποιεία
     κλητική καλυκοποιείο καλυκοποιεία
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καλυκοποιείο < καλύκ(ας) + -ο- + -ποιείο • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καλυκοποιείο ουδέτερο


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία