Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάλυξ < αρχαία ελληνική κάλυξ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάλυξ αρσενικό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία