Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μπουμπούκι μπουμπούκια
γενική μπουμπουκιού μπουμπουκιών
αιτιατική μπουμπούκι μπουμπούκια
κλητική μπουμπούκι μπουμπούκια

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μπουμπούκι < αρχαία ελληνική βομβύκιον, υποκοριστικό του βόμβυξ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μπουμπούκι ουδέτερο

  1. άνθος στα πρώτα στάδια της ανάπτυξής του, πριν ανοίξει τα πέταλά του
  2. (μεταφορικά) τρυφερή νέα (ή παιδί) «στο άνθος της ηλικίας της» (συχνά χρησιμοποιείται ως τρυφερή προσφώνηση για νέες ή παιδιά)
  3. (ειρωνικά) κάποιος που είναι γνωστός για το βεβαρυμένο παρελθόν του ή γενικότερα για την κατακριτέα συμπεριφορά του

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία