Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βόμβυξ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βόμβυξ

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
ο βόμβυκας της μουριάς στο στάδιο της κάμπιας

βόμβυξ αρσενικό και βόμβυκας αρσενικό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία



Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

→ λείπει η κλίση

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βόμβυξ < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βόμβυξ

  ΠηγέςΕπεξεργασία