Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός
ονομαστική τρυφερός τρυφερή τρυφερό
γενική τρυφερού τρυφερής τρυφερού
αιτιατική τρυφερό τρυφερή τρυφερό
κλητική τρυφερέ τρυφερή τρυφερό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική τρυφεροί τρυφερές τρυφερά
γενική τρυφερών τρυφερών τρυφερών
αιτιατική τρυφερούς τρυφερές τρυφερά
κλητική τρυφεροί τρυφερές τρυφερά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

τρυφερός < αρχαία ελληνική τρυφερός

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /tɾi.fɛ.ˈɾɔs/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

τρυφερός -ή -ό

  1. (για ανθρώπους) ευγενικός και ευαίσθητος, λεπτός, γλυκός
     αντώνυμα: σκληρός, τραχύς
  2. για κάτι που εκφράζει έναν τρυφερό άνθρωπο
  3. που πληγώνεται εύκολα, ευαίσθητος
    τρυφερή ηλικία
  4. (για ενέργειες) απαλός και ευαίσθητος
    ένα τρυφερό χάδι
  5. (για τροφές) που μασιέται εύκολα
     αντώνυμα: σκληρός
    τρυφερό κρέας

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία