Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ευαίσθητος η ευαίσθητη το ευαίσθητο
      γενική του ευαίσθητου της ευαίσθητης του ευαίσθητου
    αιτιατική τον ευαίσθητο την ευαίσθητη το ευαίσθητο
     κλητική ευαίσθητε ευαίσθητη ευαίσθητο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ευαίσθητοι οι ευαίσθητες τα ευαίσθητα
      γενική των ευαίσθητων των ευαίσθητων των ευαίσθητων
    αιτιατική τους ευαίσθητους τις ευαίσθητες τα ευαίσθητα
     κλητική ευαίσθητοι ευαίσθητες ευαίσθητα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ευαίσθητος < αρχαία ελληνική εὐαίσθητος ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική sensible)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /eˈve.sθi.tos/

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ευαίσθητος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία