Δείτε επίσης: αἰσθάνομαι

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

αισθάνομαι < αρχαία ελληνική αἰσθάνομαι

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ɛs.ˈθa.nɔ.mɛ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

αισθάνομαι

  1. αντιλαμβάνομαι κάτι με τις αισθήσεις, κυρίως με την αίσθηση της αφής ή της όσφρησης
    αισθάνθηκε ένα ελαφρό αεράκι να τον δροσίζει
  2. αντιλαμβάνομαι κάτι με το μυαλό μου, καταλαβαίνω
  3. προαισθάνομαι
  4. νιώθω ένα συναίσθημα
    αισθάνθηκε για πρώτη φορά στη ζωή του ελεύθερος
  5. (αμετάβατο) αντιλαμβάνομαι κατά ένα ορισμένο τρόπο την ψυχολογική μου κατάσταση ή τις σωματικές μου δυνάμεις και την κατάσταση της υγείας μου
    Πώς αισθάνεσαι τώρα; -Πολύ καλύτερα, ευχαριστώ.

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

ΣύνθεταΕπεξεργασία

ΚλίσηΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία