Αγγλικά (en) Επεξεργασία

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

sensitive (en)

  1. που έχει την ικανότητα να αισθάνεται· σχετικός με τις αισθήσεις
  2. ευαίσθητος, ευπαθής (για πρόσωπα)
  3. που καταγράφει ή απηχεί λεπτές μετρήσεις, διαφορές κ.λπ. (για υλικά, όργανα, καταστάσεις)
  4. εύθικτος, ευέξαπτος, ευερέθιστος, μυγιάγγιχτος
  5. ευσυγκίνητος
  6. (παρωχημένο) άτομο με παραφυσικές ικανότητες που τις αναπτύσσει μέσω της ύπνωσης, μέντιουμ

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία



Γαλλικά (fr) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

sensitive (fr)