Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο παραφυσικός η παραφυσική το παραφυσικό
      γενική του παραφυσικού της παραφυσικής του παραφυσικού
    αιτιατική τον παραφυσικό την παραφυσική το παραφυσικό
     κλητική παραφυσικέ παραφυσική παραφυσικό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι παραφυσικοί οι παραφυσικές τα παραφυσικά
      γενική των παραφυσικών των παραφυσικών των παραφυσικών
    αιτιατική τους παραφυσικούς τις παραφυσικές τα παραφυσικά
     κλητική παραφυσικοί παραφυσικές παραφυσικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

παραφυσικός < παρα- + φυσικός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

παραφυσικός, -ή, -ό

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία