Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η θεωρία οι θεωρίες
      γενική της θεωρίας των θεωριών
    αιτιατική τη θεωρία τις θεωρίες
     κλητική θεωρία θεωρίες
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θεωρία < αρχαία ελληνική θεωρία

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /θɛ.ɔˈɾia/
Audio 

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θεωρία θηλυκό

  1. ένα ολοκληρωμένο σύστημα ιδεών και προτάσεων που συνιστά μια ιδιαίτερη προσέγγιση ενός φιλοσοφικού, επιστημονικού, πολιτικού, οικονομικού ή άλλου ζητήματος
    η θεωρία των ιδεών του Πλάτωνα
  2. (φυσικές επιστήμες) ένα συνεκτικό σύνολο αξιωμάτων που αποπειράται να εξηγήσει ένα σύνολο φαινομένων
    η θεωρία της σχετικότητας
  3. μια υπόθεση που αποπειράται να δώσει εξήγηση σε ένα πρόβλημα
  4. η νοητική επεξεργασία ενός ζητήματος σε αντίθεση με την πράξη
    Είναι φορές που ανάμεσα θεωρία και πράξη δυσκολευόμαστε. (Διδώ Σωτηρίου, Εντολή)
  5. (στο σχολείο) οι γενικές αρχές μιας επιστήμης ή μαθήματος που διδάσκονται ώστε ο σπουδαστής να μπορεί να επιλύσει αντίστοιχες ασκήσεις ή να είναι έτοιμος για το μάθημα που διδάσκεται στο εργαστήριο

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Πολυλεκτικοί όροιΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία