Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική άσκηση ασκήσεις
γενική άσκησης
& ασκήσεως
ασκήσεων
αιτιατική άσκηση ασκήσεις
κλητική άσκηση ασκήσεις

  Ετυμολογία Επεξεργασία

άσκηση < αρχαία ελληνική ἄσκησις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

άσκηση θηλυκό

  1. η ενέργεια του ρήματος ασκώ
    άσκηση βίας, άσκηση πιέσεων
    η άσκηση του εκλογικού δικαιώματος είναι υποχρεωτική
    • η ενέργεια του ρήματος ασκώ, η γύμναση
      η άσκηση του σώματος και του πνεύματος
  2. (στο σχολείο) τυποποιημένη εργασία που αποσκοπεί στην εμπέδωση της διδαγμένης ύλης
  3. (στο στρατό) σχεδιασμένη εκπαιδευτική ενέργεια που εμπλέκει μια ή περισσότερες μονάδες και προσομοιώνει συνθήκες πραγματικού πολέμου
    συνώνυμα: γυμνάσια

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

δείτε τη λέξη: ασκώ

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία