Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βουλγαρικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: βουλγαρικός

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

βουλγαρικά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  Εναλλακτικές μορφές Επεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

βουλγαρικά < βουλγαρικός +

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

βουλγαρικά

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτή μορφή επιθέτουΕπεξεργασία

βουλγαρικά