Δείτε επίσης: Κατηγορία: Λιθουανική γλώσσα

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
Η Βικιπαίδεια έχει άρθρο για το θέμα:

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λιθουανικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου λιθουανικός στον πληθυντικό

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λιθουανικά ουδέτερο, μόνο στον πληθυντικό

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

λιθουανικά